απολήγω


απολήγω
απολήγω βλ. πίν. 21 (κυρίως στον ενεστ. και παρατατ.)

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • απολήγω — (Α ἀπολήγω) [λήγω] νεοελλ. καταλήγω σε κάτι, έχω ως αποτέλεσμα αρχ. 1. δίνω τέλος σε κάτι 2. παύω, σταματώ, περνώ 3. σταματώ να κάνω κάτι 4. (για άνεμο) κοπάζω, πέφτω 5. (μτχ. ως ουσ.) τὸ ἀπολῆγον η απόληξη, η άκρη, το άκρον …   Dictionary of Greek

  • ἀπολήγῃ — ἀπολήγω leave off pres subj mp 2nd sg ἀπολήγω leave off pres ind mp 2nd sg ἀπολήγω leave off pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποληγόντων — ἀπολήγω leave off pres part act masc/neut gen pl ἀπολήγω leave off pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπολλήξεις — ἀπολήγω leave off aor subj act 2nd sg (epic) ἀπολήγω leave off fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπολῆγον — ἀπολήγω leave off pres part act masc voc sg ἀπολήγω leave off pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπολήγει — ἀπολήγω leave off pres ind mp 2nd sg ἀπολήγω leave off pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπολήγομεν — ἀπολήγω leave off pres ind act 1st pl ἀπολήγω leave off imperf ind act 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπολήγοντα — ἀπολήγω leave off pres part act neut nom/voc/acc pl ἀπολήγω leave off pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπολήγοντι — ἀπολήγω leave off pres part act masc/neut dat sg ἀπολήγω leave off pres ind act 3rd pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπολήγουσι — ἀπολήγω leave off pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀπολήγω leave off pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)